Δεν ήταν απλώς άλλη μια Μεγάλη Πέμπτη στην Αγία Τριάδα Χολαργού. Ήταν μια βραδιά όπου η πόλη άλλαξε ρυθμό. Όχι επειδή το είπε το ημερολόγιο, αλλά επειδή κάτι μέσα στους ανθρώπους το ζήτησε: λίγη σιωπή, λίγο σκοτάδι, λίγη αλήθεια.
Στον ναό δεν υπήρχαν φώτα εντυπωσιασμού. Υπήρχαν μόνο τα απαραίτητα. Μερικά κεριά, μια ξύλινη κατασκευή κι ένας Ιησούς που ξανασταυρώνεται, όχι σε κάποιο μακρινό Γολγοθά, αλλά εδώ. Στα βλέμματα, στα βάρη, στις σιωπές του κόσμου.
Οι ψαλμοί δεν ακούγονταν απλώς· κυλούσαν σαν νερό στις ρωγμές των ψυχών. Το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου» δεν ψάλθηκε – αναστέναξε. Κάθε στίχος, ένα καρφί. Κάθε παύση, μια προσευχή.
Δεν χρειαζόταν λόγια. Όλοι ήξεραν γιατί βρίσκονταν εκεί. Κάποιοι για να θυμηθούν. Άλλοι για να ξεχάσουν. Κάποιοι για να αντέξουν. Όλοι όμως είχαν κοινό σημείο αναφοράς έναν Σταυρό – και μια προσμονή Ανάστασης.
Ο Ιερέας, λιτός, χωρίς μεγάλα λόγια, στάθηκε απέναντι από το εκκλησίασμα και είπε:
«Μην ψάχνετε τον Χριστό μόνο στον Σταυρό. Κοιτάξτε δίπλα σας. Είναι εκεί όπου πονάει κάποιος, όπου συγχωρεί κάποιος, όπου ελπίζει κάποιος κόντρα σε όλα».
Αυτή ήταν η Αγία Τριάδα το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης. Όχι απλώς ένας ναός, αλλά ένας καθρέφτης. Που δεν έδειχνε μόνο τον Εσταυρωμένο, αλλά και όλους εμάς – όπως πραγματικά είμαστε.






























































































